Λαϊκισμός και ελληνοτουρκικές σχέσεις

Του Θεόδωρου Σκυλακάκη*

Η Τουρκία το 2011 προβλέπεται να έχει Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν ύψους 760 εκατ. δολαρίων, 2,5 φορές μεγαλύτερο από το ελληνικό, πληθυσμό 74 εκατ. και ρυθμό ανάπτυξης 3,6%. Δεδομένου ότι το κατά κεφαλήν εισόδημά της παραμένει κάτω από το… μισό του ελληνικού, μπορεί να προσβλέπει σε τουλάχιστον μία εικοσαετία ταχύτερης ανάπτυξης από την Ελλάδα, ενώ το δημόσιο χρέος της είναι πολύ χαμηλότερο από το τρομακτικό ελληνικό (σαν να έχουμε κάνει έναν πόλεμο, είπε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Προβόπουλος). Η γεωπολιτική της θέση έχει ενισχυθεί σημαντικά, με μια εξωτερική πολιτική η οποία εκμεταλλεύεται τα πολιτικά και οικονομικά της πλεονεκτήματα. Ταυτόχρονα, οι εσωτερικές ευρωπαϊκές πολιτικές εξελίξεις καθιστούν απίθανη στο προβλεπτό μέλλον την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ ο πολιτικός της προσανατολισμός αλλάζει όσο η πολυετής πολιτική κυριαρχία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αδυνατίζει τους πυλώνες του κεμαλικού βαθέος κράτους.

Για την Ελλάδα, οι πραγματικότητες αυτές δημιουργούν μια νέα εικόνα για την εξωτερική της πολιτική. Σοβαρές ευκαιρίες για βελτίωση των σχέσεών μας με την Τουρκία, εφόσον το νέο καθεστώς που δημιουργείται δεν έχει λόγους να επιμείνει στις αγκυλώσεις του κεμαλικού κράτους, αλλά και σοβαρούς κινδύνους, αφού η αλλαγή οικονομικών και γεωπολιτικών συσχετισμών ισχύος αναπόφευκτα θα έχει επιπτώσεις και στους συσχετισμούς από πλευράς εξοπλισμών και συμμαχιών των δύο πλευρών. Για να το πούμε απλά, το εθνικό μας συμφέρον είναι να επιδιώξουμε να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας και να επιλύσουμε ειρηνικά τις διαφορές που υπάρχουν, κυρίως σε ό,τι αφορά το Κυπριακό και το Αιγαίο, με τρόπο που να διαφυλάσσει τα εθνικά μας συμφέροντα. Κάτι που πλέον δεν μπορούμε να προσβλέπουμε ότι θα γίνει περίπου αυτόματα, μέσω της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. Πρέπει να το κάνουμε οι ίδιοι.

Στην προσπάθεια αυτή, οι Ελληνες (και Ελληνίδες) πολιτικοί που μπορούν να επηρεάσουν την τουρκική κοινή γνώμη, συνδυάζοντας αναγνωρισιμότητα και θετική εικόνα στη γειτονική χώρα, δεν είναι πολλοί και μεταξύ αυτών σίγουρα περιλαμβάνεται και η πρώην υπουργός Εξωτερικών και νυν πρόεδρος της Δημοκρατικής Συμμαχίας, Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία έκανε τις προάλλες μια ομιλία με τον στόχο αυτό, σε ένα υψηλού επιπέδου τουρκικό κοινό στην Κωνσταντινούπολη. Για την ομιλία της αυτή δέχθηκε στο εσωτερικό της Ελλάδας συνδυασμένες και ακραίες επιθέσεις, με τίτλους του τύπου «ανθελληνικό παραλήρημα», «τουρκόφιλη» κ.ά. γιατί περιέγραψε την πρώτη χιλιετία των σχέσεων μεταξύ των δύο λαών στην περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου ως «χιλιετία των συγκρούσεων» αναφέροντας: «Τα πρώτα χίλια χρόνια της συνύπαρξής μας, πολιτικά, μπορούν να θεωρηθούν ως “η χιλιετία των συγκρούσεων”. Αυτό, βέβαια, εξηγείται – δεδομένων των πολλών ενόπλων συγκρούσεων που συνέβησαν, ιδιαίτερα μεταξύ του 1071 και του 1453, και από το 1821 και μετά».

Το σημαντικό δεν είναι η διαστρέβλωση που συνόδευσε αυτές τις επιθέσεις. Και μιλώ για διαστρέβλωση αφού όχι μόνο η έννοια «ένοπλη σύγκρουση» (armed conflict) είναι σαφής ευρεία έννοια της πολιτικής επιστήμης που περιλαμβάνει πολέμους, επαναστάσεις, επιδρομές κ.λπ., ακόμα και γενοκτονίες, και είναι απολύτως δόκιμη έννοια για να περιγράψει κανείς μια μακρά περίοδο γεμάτη με τέτοια γεγονότα, αλλά κυρίως γιατί η κ. Μπακογιάννη δεν περιέγραψε τα συγκεκριμένα γεγονότα με τις λέξεις «ένοπλη σύγκρουση» (που θίγει τους ηρωικούς συμπατριώτες μας που αισθάνονται ότι έθεσαν προσωπικώς τα στήθη τους δίπλα στον Ρωμανό τον Διογένη, τον Ιωάννη Ιουστινιάνη και το Νικηταρά τον τουρκοφάγο), αλλά την ευρύτερη περίοδο την οποία σηματοδοτούν. Χρησιμοποιεί άλλωστε στη συνέχεια τη λέξη «επανάσταση» για να χαρακτηρίσει το 1821 και δεν νομίζω να είχε κανένα πρόβλημα να χρησιμοποιήσει τους όρους «μάχη του Μάντζικερτ» ή «άλωση της Κωνσταντινούπολης» αν οι ανάγκες του κειμένου της το απαιτούσαν, ούτε και κανείς Τούρκος θα ενοχλείτο. Το σημαντικό είναι ότι, σε μια περίοδο που η χώρα αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα, συνεχίζουν κάποιοι να χρησιμοποιούν τα συναισθήματα του κόσμου για να υποδαυλίσουν τον χωρισμό των Ελλήνων σε εθνικόφρονες και μιάσματα, υποκινώντας το μίσος και την εμπάθεια και καθιστώντας δυσκολότερη την προσπάθεια οποιουδήποτε Ελληνα πολιτικού επιχειρεί να υπηρετήσει την πατρίδα του ουσιαστικά. Γιατί ασφαλώς είναι πολύ εύκολο στον καθένα μας να βγάζει πατριωτικές κορόνες για τον «ηρωισμό» του έθνους και τα πατροπαράδοτα δίκαιά μας απευθυνόμενος στο ελληνικό κοινό, την ίδια ώρα που προσφέρει μαγικούς τρόπους μείωσης των ελλειμμάτων. Στην πραγματική ζωή όμως, όσοι θέλουν να υπηρετήσουν τον λαό και όχι τον λαϊκισμό, την πατρίδα και όχι την πατριδοκαπηλία, τα εθνικά συμφέροντα και όχι τα εθνικά συμπλέγματα, οφείλουν να σκέπτονται όχι τι ικανοποιεί το εύκολο συναίσθημα, αλλά πώς θα βρουν δρόμους επικοινωνίας με τους γειτονικούς λαούς και τρόπους επίλυσης των μεγάλων διαφορών που παραμένουν.

* Ο Θεόδωρος Σκυλακάκης είναι ευρωβουλευτής.

Advertisements
This entry was posted in ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ, Διεθνή, Μπακογιάννη, εθνικά θέματα, εθνικισμός, λαϊκισμός. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s