Λίγα λόγια για το Μιλτιάδη Έβερτ. Κατάθεση μνήμης στα «πρακτικά» της Ιστορίας…

Αιωνία να είναι η μνήμη του Μιλτιάδη Έβερτ. Το πρώτο και ελάχιστο που οφείλουμε να πούμε ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί και ως άνθρωποι. Το λέμε για… κάθε ένα που φεύγει απ’ αυτήν τη ζωή. Φίλο ή αντίπαλο. Δεν έχει σημασία. Στο θάνατο δεν χωρούν αντιπαλότητες…

Όμως, για τα πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο και άσκησαν επιρροή στη διαμόρφωση της Ιστορίας, δεν ισχύει η απόλυτη «αμνηστευτική» λήθη που εφαρμόζουμε στην περίπτωση των «κοινών θνητών». Οι πολιτικές τους πράξεις και επιλογές υπόκεινται στο διαρκή ετασμό και έλεγχο. Και αυτό δεν μπορούμε να το αποφύγουμε, γιατί αποτελεί προϋπόθεση ορθής κρίσης και σωστών αποφάσεων για το παρόν και το μέλλον. Το «περασμένα ξεχασμένα» δε συνιστά προνόμιο των επιφανών ανδρών. Αντιθέτως, επικρέμαται ως «απειλή» για τα δημόσια πρόσωπα… Αλίμονο, αν το πέρασμα ενός πολιτικού ανδρός το σκεπάσει η λησμονιά, είτε γιατί δεν έχει τίποτα αξιόλογο να θυμόμαστε, είτε -ακόμη χειρότερα- γιατί δεν θέλουμε να ανακαλούμε στη μνήμη τα όσα έκανε…

Ο Μιλτιάδης Έβερτ, υπήρξε μορφή των ακραίων αντιφάσεων. Αγωνιστής, «σκυλί λυσσασμένο» για την Κεντροδεξιά Παράταξη, αλλά και επιρρεπής σε προσωπικές φιλοδοξίες που τον ωθούσαν να «ξεστρατίζει» από το δρόμο της παραταξιακής ορθοφροσύνης. Ζήσαμε και τη μια και την άλλη πλευρά του. Θαυμάσαμε τη νικηφόρα έκβαση των δημοτικών εκλογών του 1986, όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης -ο εμπνευσμένος αυτός και ανεπανάληπτος Ηγέτης της Κεντροδεξιάς Φιλελεύθερης Παράταξης- έριξε στη μάχη των μεγάλων δήμων της χώρας την «εμπροσθοφυλακή» των κορυφαίων στελεχών της εποχής εκείνης: Έβερτ-Κούβελας-Ανδριανόπουλος, Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Πειραιάς: Τα τρία μεγάλα «κάστρα» πάνω στα οποία υψώθηκε θριαμβευτικά ο Πυρσός της Φιλελεύθερης Νέας Δημοκρατίας, της Μεγάλης Νέας Δημοκρατίας.

Ήρθε και η μεγάλη ώρα. Όταν ο Μητσοτάκης -ως ο καλός στρατηγός- οδήγησε το «στράτευμα» σε τρεις απανωτές νικηφόρες μάχες, κερδίζοντας τελικά και τον πόλεμο, παρά τα πρωτοφανή εμπόδια που είχε καταστρώσει η απίστευτη μικροψυχία και φαυλότητα των αντιπάλων του: Η πρώτη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μετά τη δεινή ήττα του 1981 ήταν γεγονός. Όλοι εργάστηκαν σκληρά γι’ αυτό. Ο Μιλτιάδης Έβερτ μαζί με όλους, μπροστάρης, όπως πάντα, και σ’ αυτόν τον αγώνα.

Η τριετία 1990-1993 ήταν δραματική. Τραγική θα έλεγα. Από πλευράς εσωκομματικών ισορροπιών στη Νέα Δημοκρατία, όπου θέριεψε ο ανταγωνισμός των «δελφίνων», συνεπικουρούμενος και από τη θλιβερή μικρότητα κάποιων «καραμανλικών», που δεν είδαν ποτέ με καλό μάτι την ανάδειξη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στην ηγεσία του «δικού τους» κόμματος… Πολύ περισσότερο τους «αγρίεψε» η δραματική προσγείωση στη διαπίστωση ότι ο Μητσοτάκης δεν ήταν ο «προσωρινός» Πρόεδρος -όπως ήλπιζαν…- αλλά καθιερώθηκε ως λατρεμένος αρχηγός στις συνειδήσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των απλών ψηφοφόρων του κόμματος, και με τον παλμό και τη στήριξή τους πέτυχε να αναστήσει την πεθαμένη Παράταξη, να τη βγάλει από τα χρονοντούλαπα της «Αλλαγής» και να την κάμει και πάλι αυτοδύναμη εξουσία.

Και άρχισε το «αντάρτικο» της δολιοφθοράς. Ουδέποτε πολεμήθηκε Κυβέρνηση από εσωτερικά μέτωπα τόσο εντατικά και οργανωμένα, όσο εκείνη του Μητσοτάκη το 1990-1993. «Αχίλλειος πτέρνα» η οριακή αυτοδυναμία, συνέπεια του άθλιου εκλογικού νόμου που ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε ψηφίσει, όταν είδε ότι κατέρρεε από την εξουσία. Ο Μητσοτάκης ήθελε να κάμει εκλογές πάνω στο χρόνο, όταν η ΝΔ ήταν ακόμη πολύ μπροστά από το ΠΑΣΟΚ. Δεν τον άφησε ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ο Ψηλός, αν και θεσμικά μπορούσε, δεν ήθελε να έρθει σε ρήξη με το «καραμανλικό στρατόπεδο». Υποχώρησε. Ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του… Η υποχώρηση εξελήφθη από τους εσωκομματικούς του αντιπάλους ως «αδυναμία». Και ο κύβος ερρίφθη: Να τελειώνουμε το γρηγορότερο με το «ξένο σώμα»…

Δυστυχώς, ο Μιλτιάδης Έβερτ, επίδοξος «δελφίνος» εκείνη την εποχή, αλλά και εκ των «πραιτοριανών του καραμανλισμού», υπήρξε ο πρωτοστάτης στην αντιμητσοτακική υστερία. Βιαζόταν να οδηγήσει το κόμμα σε ήττα και τον αρχηγό του στην εκπαραθύρωση. Η «τριανδρία» που συνέστησε με τους Σταύρο Δήμα (σημερινό «αντιπρόεδρο» της ΝΝΔ) και Αθανάσιο Κανελλόπουλο υπήρξε η πραγματική αντιπολίτευση στην Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Ο ημιθανής Ανδρέας Παπανδρέου απλώς υπενθύμιζε τα όσα εκείνοι έλεγαν και έκαναν ενάντια στο κόμμα και την Κυβέρνησή τους. Ήταν οι πρώτοι που συνετέλεσαν στη νεκρανάσταση του παπανδρεϊσμού…

Ο Σαμαράς έκανε το δικό του παιχνίδι. Περιβεβλημένος με την πατρική εμπιστοσύνη του Μητσοτάκη, είχε όλα τα περιθώρια να εκμεταλλευτεί τις «γνωριμίες» και τα… «μυστικά κονδύλια» του Υπουργείου Εξωτερικών, για να στήσει το δικό του «μύθο». Αυτό ήταν το δεύτερο μεγάλο λάθος στην πολιτική Ιστορία του Ψηλού: Η καλοπροαίρετη επένδυση σε ένα τόσο αχρείο και ανάξιο άνθρωπο και πολιτικάντη…

Η στοργή του Μητσοτάκη προς το Σαμαρά λειτουργούσε και ως «άλλοθι» για το αντάρτικο της «τριανδρίας». Ο Έβερτ μπορούσε να επικαλεστεί την προνομιακή προώθηση του Σαμαρά, για να «νομιμοποιήσει» στο εσωκομματικό ακροατήριο τη δική του αντιδραστική συμπεριφορά. Και σε πολλούς έπιανε αυτό το πρόσχημα.

Εν πάση περιπτώσει, φτάσαμε, όπως φτάσαμε, στις δραματικές εκλογές της 10ης Οκτωβρίου 1993 (Ο Οκτώβρης δεν υπήρξε ποτέ… καλός εκλογικός μήνας για τη ΝΔ). Από τα πρώτα αποτελέσματα, διαφάνηκε η καθαρή νίκη και αυτοδυναμία του ΠΑΣΟΚ. Και ενώ στις καρδιές των αγωνιστών της Νέας Δημοκρατίας (του 39,30%, που αντιστάθηκε στη διαπλοκή και την προδοσία Σαμαρά και στήριξε ηρωικά το Μητσοτάκη και το κόμμα), άρχισε να φουντώνει η θλίψη, έγινε κάτι που ξάφνιασε και απογοήτευσε ακόμη περισσότερο τους πληγωμένους Νεοδημοκράτες. Έξω από κάθε ηθική αρχή και πολιτική παράδοση, πριν απ’ όλους τους πολιτικούς αρχηγούς και -κυρίως- τον Πρωθυπουργό και αρχηγό του, βγήκε ο Μιλτιάδης Έβερτ και με δημόσιες «αρχηγικές» δηλώσεις προσπάθησε δήθεν να «παρηγορήσει» τους ψηφοφόρους του κόμματος!!! Για τους νεότερους, ήταν κάτι σαν το βεβιασμένο και μοιραίο «παρών» που έσπευσε να πει ο Βαγγέλης Βενιζέλος το εκλογικό βράδυ της ήττας του ΠΑΣΟΚ, στις 16 Σεπτεμβρίου 2007…

Ο Μητσοτάκης, τηρώντας με αξιοπρέπεια την προεκλογική του δέσμευση, υπέβαλε την παραίτησή του από την ηγεσία της ΝΔ και δρομολόγησε της διαδικασίες για τη διαδοχή του. Άλλο ένα μεγάλο λάθος που εμείς του καταλογίζουμε. Στη συντριπτική πλειοψηφία της βάσης, ο Ψηλός ήταν ακλόνητος, αδιαμφισβήτητος, αγαπημένος αρχηγός. Κανείς δεν θα τολμούσε να ζητήσει την παραίτησή του! Και αν το έπραττε, θα δοκίμαζε τη σφοδρή απόρριψη των αγωνιστών της Παράταξης, εκείνων που φώναζαν σα λιοντάρια στις προεκλογικές αρένες: «Αλήτη, Προδότη Σαμαρά!!!» και «Μητσοτάκης! Μητσοτάκης! Μητσοτάκης!»… Αλλά και αυτό είναι μια Ιστορία που δεν αλλάζει. Πρέπει όμως να καταγραφεί, για πληροφόρηση των νεοτέρων.

Στις αρχαιρεσίες που έγιναν στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ (αυτή εξέλεγε τότε τον αρχηγό) υποψήφιοι ήταν δύο: Ο Μιλτιάδης Έβερτ και ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης. Το μεγαλείο της ψυχής του Ψηλού φάνηκε για άλλη μια φορά. Προσβλέποντας στο καλύτερο δυνατό για την Παράταξη και καταπνίγοντας ηρωικά και ανδρεία τις δικαιολογημένες προσωπικές του πικρίες, στήριξε τον Έβερτ, ο οποίος και εξελέγη με συντριπτική πλειοψηφία. Τρανή απόδειξη τούτου, τα «απωθημένα» που έκτοτε διατηρεί ο Βαρβιτσιώτης και ευκαίρως-ακαίρως εξωτερικεύει ενάντια στο Μητσοτάκη…

Δυστυχώς, ο Έβερτ ως αρχηγός της ΝΔ δεν δικαίωσε τις προσδοκίες όσων του είχαν προσδώσει το χαρακτηριστικό προσωνύμιο «μπουλντόζας». Μάλλον, η «μπουλντόζα» του σάρωσε πρώτα τη σοβαρότητα του ίδιου και της Παράταξης… Αλησμόνητο εκείνο το… «Καρδίτσα! Καρδίτσα!», με το οποίο «απάντησε» στους οπαδούς της ΝΔ που είχαν συγκεντρωθεί στην όμορφη πόλη της Θεσσαλίας. Απέναντι στον σοβαρό τεχνοκράτη και πολλά υποσχόμενο τότε, Κώστα Σημίτη -που στηρίχτηκε αναφανδόν από τον μεσαίο χώρο, τη μεγάλη δεξαμενή των μετριοπαθών και κεντρώων πολιτών- η μοίρα του Μίλτου ήταν προδιαγεγραμμένη… Το έβλεπε και ο ίδιος, γι’ αυτό και ζήτησε, παραμονές των εκλογών του 1996, να βγει στο μπαλκόνι της τελευταίας μεγάλης προεκλογικής συγκέντρωσης στην Αθήνα μαζί με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη! Προσπαθώντας να καλύψει όπως-όπως τις πληγές που οι «πραιτοριανοί» του (με προεξάρχοντα από τότε τον… πολύ Γιάννη Μανώλη!) είχαν ανοίξει στο κορμί της παράταξης, με τον απροκάλυπτο «αντιμητσοτακισμό» τους.

Γιατί η περίοδος 1993-1996 δεν ήταν καθόλου… ειρηνική για την πολύπαθη Νέα Δημοκρατία. Οι «αντιμητσοτακικοί» δεν αρκέστηκαν, καθώς φαίνεται, στον πόλεμο και τη φθορά που προκάλεσαν στη διακυβέρνηση Μητσοτάκη, ήθελαν να… «αφανίσουν» κάθε τι που θύμιζε τον πρώην πρωθυπουργό και πρόεδρο του κόμματος! Οι συγκρούσεις (ακραίες πολλές φορές), οι δηλώσεις, οι αιχμές είχαν διαρρήξει τη συνοχή της βάσης. Η μάχη του 1996 δόθηκε χωρίς καμία προοπτική επιτυχίας. Ο Έβερτ έχασε, και γι’ αυτό δεν του έφταιγαν οι «Μητσοτάκηδες», αλλά ο δικός του βίος και πολιτεία ως αρχηγός, καθώς και η ασέβεια των πραιτοριανών του απέναντι στο πρόσφατο παρελθόν της Παράταξης… Ο Μητσοτάκης δεν αποδέχθηκε την πρόταση Έβερτ για κοινή προεκλογική εμφάνιση. Έπρεπε να διαφυλάξει την αξιοπρέπεια, τη δική του και του κόμματος. Δεν μπορούσε να νομιμοποιήσει την αλητεία των Μανώληδων και των Μιχαλολιάκων, ούτε να ξεγελάσει τους ψηφοφόρους ότι τάχα όλα πήγαιναν περίφημα… Ο Έβερτ, εκδηλώνοντας αναπάντεχη και μοιραία ηττοπάθεια, δεν έκανε ποτέ τη μεγάλη συγκέντρωση στην Αθήνα. Προτίμησε, αντ’ αυτής μια διακαναλική συνέντευξη, όπου πάσχισε ανεπιτυχώς να αναπτύξει το θολό όραμά του για την… «ειρηνική επανάσταση» που ευαγγελιζόταν μια παράταξη σε διαρκή εμπόλεμη κατάσταση!… Η ήττα ήταν μονόδρομος.

Μετά την εκλογική αποτυχία του 1996, τέθηκε και πάλι ζήτημα ηγεσίας. Αναμετρήθηκαν Έβερτ και Σουφλιάς. Οι Ηρακλειδείς του Έβερτ έβγαιναν στα κανάλια και έβριζαν σκαιότατα τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη (που στήριζε την υποψηφιότητα Σουφλιά). Μανώλης, Μιχαλολιάκος, Μανωλάκος είχαν αναλάβει διατεταγμένη υπηρεσία που εκτελούσαν με περίσσεια φανατισμού και μισαλλοδοξίας. Ο Σαμαράς ήταν εκτός, με την «Πολιτική Άνοιξή» του, κανείς όμως δεν μας πείθει (κρίνοντας πια μετά και τα νεότερα γεγονότα), ότι δεν βρισκόταν σε υπόγεια διαπλοκή και συνεννόηση με όλον αυτόν τον εσμό των «Ρέϊντζερς» και των «Κενταύρων» της νεοφασιστικής Ακροδεξιάς (συνοδοιπόρων του επί προεδρίας Αβέρωφ), που απλώς χρησιμοποιούσαν τον Έβερτ ως πρόφαση για να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με τους Φιλελεύθερους της ΝΔ. Ο Έβερτ, δυστυχώς, είχε πέσει θύμα αυτού του δόλιου σχεδίου, και -πιστεύοντας αφελώς, ότι όλοι αυτοί στήριζαν τον ίδιο απέναντι στους «Μητσοτάκηδες»- υποδαύλιζε αυτή τη σύρραξη. Η οποία πρώτα έπληξε τον ίδιο, όταν το 1995 ο Σαμαράς έδωσε την ευκαιρία στον Ανδρέα Παπανδρέου να εκλέξουν από κοινού Πρόεδρο Δημοκρατίας τον Κωστή Στεφανόπουλο. Γεγονός που απέτρεψε την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, σε μια εποχή που τα σκάνδαλα, τα «κωλόσπιτα», η προφανής βιολογική αδυναμία του τότε πρωθυπουργού, είχαν φέρει το ΠΑΣΟΚ πίσω από τη ΝΔ στις δημοσκοπήσεις… Ο Σαμαρά ήξερε, ότι αν ο Έβερτ γινόταν πρωθυπουργός το 1995, τα δικά του μακροπρόθεσμα σχέδια για επάνοδο και άλωση της Παράταξης που είχε προδώσει, θα πήγαιναν περίπατο… Επέλεξε λοιπόν συνειδητά να γίνει το κατάπτυστο «δεκανίκι» ενός παραπαίοντος πρωθυπουργού και να εξασφαλίσει την παράταση στο σύστημα ΠΑΣΟΚ για άλλα… 9 χρόνια!!!

Δεν θα αναφερθούμε επί μακρόν στην ιστορία της εκλογής του Κωστάκη Καραμανλή, το 1997. Αρκεί να τονίσουμε, πόσο ανέντιμα και ξεδιάντροπα φέρθηκαν οι «βαρόνοι του καραμανλισμού» στον άνθρωπο που τους είχε προσφέρει τόσες υπηρεσίες… Πούλησαν με μεγάλη ευκολία τον Μιλτιάδη Έβερτ, για να επιβάλουν -δικαίω του «ονόματος»…- ένα ασήμαντο μέχρι τότε βουλευτάκο της Θεσσαλονίκης ως αρχηγό της ΝΔ! Η στάση του Έβερτ εδώ ήταν ένα από τα θετικά στοιχεία της πορείας του. Αποδέχθηκε στωικά την προδοσία των πρώην «φίλων» του και στήριξε το νέο -ασήμαντο- αρχηγό…

Θα κάνουμε ένα μεγάλο άλμα. Νοέμβριος του 2009. Η Νέα Δημοκρατία έχει ήδη συντριβεί με την πιο εξευτελιστική και ταπεινωτική ήττα της Ιστορίας της. Αναβρασμός, δολοπλοκίες και παίγνια των «βαρόνων», προκειμένου να παρακάμψουν τη νόμιμη-καταστατική διαδικασία και να επιβάλουν τη λεγόμενη «εκλογή από τη βάση», δηλαδή το «μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δώσετε»!!! Ένα κόμμα με ανύπαρκτη, διαλυμένη από καιρό οργάνωση, με κλειστές τοπικές οργανώσεις, με το 1/3 των ψηφοφόρων του να το έχουν αποδοκιμάσει, κατέφυγε στη… «βάση» (!!!), για να εκλέξει το νέο αρχηγό του. Όλα ήταν από χρόνια κανονισμένα. Τουλάχιστον, από το 2007, όταν η πύρρειος νίκη του Καραμανλή, και η ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία που του εξασφάλισε, προδιέγραψαν τη σύντομη και τραγική λήξη του β΄ ημιχρόνου της «νέας διακυβέρνησης»…

Ο Έβερτ τα είδε όλα αυτά. Είδε να επαναλαμβάνεται η σκευωρία του 1997, από τους ανθρώπους που είχαν «φτύσει» και τον ίδιο. Ο Καραμανλής, με την πίεση των «βαρόνων» αρνήθηκε να πραγματοποιήσει την τελευταία έντιμη πράξη της θητείας του στην ηγεσία της ΝΔ: Να διασφαλίσει την εφαρμογή του Καταστατικού που είχε εγκριθεί από όλα τα προηγούμενα Τακτικά Συνέδρια του κόμματος. Και εδώ αποδείχθηκε «λίγος», φοβισμένος, «κουρασμένος», ωχαδερφιστής. Άφησε τις εξελίξεις στο έλεος του παραλογισμού, της ίντριγκας, της διαπλοκής. Μέσα σ’ όλον αυτόν τον συρφετό και την αντάρα, ένας άνθρωπος στάθηκε όρθιος. Με μια πράξη που ήταν η έμπρακτη συγγνώμη του για όσα είχε πράξει την περίοδο 1990-1993. Και στην πολιτική, η συγγνώμη πρέπει να γίνεται δεκτή. Ιδιαίτερα όταν εκδηλώνεται με πράξεις αυτοϋπέρβασης, όπως αυτήν του Μιλτιάδη Έβερτ: «Στις εκλογές για την ανάδειξη νέου αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας θα στηρίξω την υποψηφιότητα της κ. Ντόρας Μπακογιάννη. Η εκλογή της θα συμβάλει στην ενότητα της παράταξης και θα δημιουργήσει προοπτικές, ώστε η Ν.Δ. να επανέλθει στην κυβέρνηση».

Δήλωση μεγαλειώδης, γενναία, ανθρώπινη και… «προφητική»! Γιατί ο Έβερτ τον ήξερε πολύ καλά το Σαμαρά… Τον είχε νιώσει στο… πετσί του. Όλη τη φαυλότητα, τη δολιότητα, το μίσος αυτού του οικτρού πολιτικάντη απέναντι σε όποιον στεκόταν εμπόδιο στην εξουσιομανή ψυχωτική του προσωπικότητα. Ο Έβερτ ήταν ο αρχηγός της ΝΔ που είχε κατεξοχήν βρεθεί απέναντι στο Σαμαρά ως αρχηγό της «Πολιτικής Άνοιξης». Ήταν αυτός που υπεράσπιζε τη Νέα Δημοκρατία από τη μανία του σαμαρισμού και των λυσσασμένων Πολανιτών, που επόπτευε τις οξείες συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις με το προδοτικό αυτό απόκομμα σε όλα τα μέτωπα: στην κοινωνία, στα πανεπιστήμια, στη νεολαία, στο συνδικαλισμό, παντού. Ο Έβερτ γνώριζε, περισσότερο από κάθε άλλον, μετά ίσως τον Μητσοτάκη, ότι ο Σαμαράς θα ήταν η αρχή του τέλους για τη Μεγάλη Νέα Δημοκρατία. Γι’ αυτό και δεν είπε απλώς «στηρίζω τη Ντόρα», αλλά έδωσε και την αιτιολογία της ιστορικής αυτής απόφασής του με δυο ισχυρισμούς, που σήμερα επιβεβαιώνονται τραγικά εκ του… αντιθέτου: «Η εκλογή της θα συμβάλει στην ενότητα της παράταξης και θα δημιουργήσει προοπτικές, ώστε η Ν.Δ. να επανέλθει στην κυβέρνηση».

Ο Μιλτιάδης Έβερτ δεν είναι πια ανάμεσά μας. Αποχώρησε έγκαιρα και με αξιοπρέπεια, ως πραγματικός ευπατρίδης, από την ενεργό πολιτική και, προδομένος από τη βαρειά κλονισμένη επί σειρά ετών υγεία του, άφησε αυτόν τον κόσμο της μάχης, των αγώνων, της χαράς και της λύπης, της νίκης και της ήττας. Βαθειά αντιφατική προσωπικότητα, δεν θα λησμονηθεί. Και αυτό είναι η μεγαλύτερη επιβράβευσή του για ό,τι θα μπορούσε να περιμένει ως δημόσιος άνδρας από αυτή τη ζωή. Από την Ιστορία. Από τους φίλους, τους εχθρούς, τους ανθρώπους που τον αγάπησαν, τον μίσησαν, τον βοήθησαν, τον πολέμησαν. Αλλά και από κείνους που ο ίδιος αγάπησε, μίσησε, στήριξε, πολέμησε. Γιατί τα πάντα σ’ αυτόν τον κόσμο είναι αμφίδρομα και ανταποδοτικά. Αυτή είναι η πιο σκληρή «μοίρα» των θνητών.

Advertisements
This entry was posted in Κακλαμάνης, Μπακογιάννη, Μητσοτάκης, Μιλτιάδης Έβερτ, ΝΔ, Σαμαράς. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s